Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Να φύγω

Αγαπητό ημερολόγιο που δεν είσαι στ’ αλήθεια αγαπητό…

Πάλι να φύγω θέλω. Να φύγω.

Κάτι με κάνει ν’ αναπνέω βαθιά, αγχωμένα.

Θέλω να γυρίσω στο άδειο μου σπίτι, να μείνω ξανά εκεί που ήμουνα, εκεί που είμαι χρόνια, με τους ήχους απ’ το δρόμο μακρινούς και τους ανθρώπους περισσότερο.

Ν’ ακούω τις ίδιες σκέψεις, να γίνω πάλι εκείνο το ένα που ήμουνα αφού ν’ αγγίξω το άλλο δε γίνεται, ό,τι κι αν έταξα.

Ένα. Ένα άδειο σακί που τίποτα δε χωράει, με τίποτα δε γεμίζει, μ’ εκείνο το έλλειμμα σταθερό και αμετάβλητο στο χρόνο σα φορτίο χαμάλη σε κάποιο λιμάνι.

Με τα πλοία να φεύγουν, να έρχονται, κι εγώ να στέκομαι εκεί στην αποβάθρα χωρίς εισιτήριο, χωρίς προορισμό.

Κι αν καταλαβαίνεις τι εννοώ,

το πιο βαρύ απ’ όλα

είναι που τα ταξίδια χάσανε πια την ομορφιά τους.

Οι γλάροι δεν κρώζουνε πια στις κουπαστές και καμιά γη μεσοπέλαγα δεν έχει φώτα – αυτά τα μικρά μικρά, που γίνονται αστέρια αν τα κοιτάξεις για ώρα πολλή.

Νύχτα πλέω. Κι όλες τις νύχτες ακουμπάω την απόγνωσή μου στο κορμί μου, προσπαθώντας να ανήκω κάπου, να πιαστώ.

Ναυαγός μαζί και ναυάγιο, να σκέφτομαι πως πάλι θέλω να φύγω για κάπου -πού;-,

πως τίποτα δεν μπορώ να ξεχάσω, όλα τα θυμάμαι μ’ εκείνη την ευκρίνεια του εφιάλτη, με το ίδιο εκείνο έλλειμμα που έχει την αρχή του πίσω, μακριά, μακριά απ’ το τώρα, αλλά μέσα μου ολοζώντανο, όσο το γέλιο και το δάκρυ μου.

Ξέρω, δε σου λέω και τίποτα καινούριο.

Αλλά έχω την αποδοχή, αυτή που φέρνει εκείνη τη σιωπηρή επίγνωση που μοιάζει με σοφία.

Μήπως κι αντέξω…

Άραγε, πόσο ακόμα θ’ αντέξω χωρίς πυξίδα, χωρίς προορισμό;

Ξέρεις;

ν.